Τομή

Αιμορραγώ σαν
άνεμος, που χάθηκε
στους δρόμους.

Αιμορραγώ με
μια σιωπή, να
έλκει τις πληγές
μου. Στο χιλιοστό
σκοτάδι της, μεσου-
ρανεί η πληγή μου.

Μέσα σε εναργείς
σκιές, ήλιους
της Περσεφόνης,
ακούω τον δοξαστικό
ύμνο των τοκογλύφων.
Νεκρή η ανακύκλωση,
σαν άκυρη Ιθάκη.
Λευκό το παραπέ-
τασμα κι εγώ μια
ενδοφλέβια σχισμή
παλιού κυκλώνα.