Τα πρωινά ακόμα

Τα πρωινά ακόμα
Οι ντελάληδες ξεπουλούν
Καρπούζια. “Γιατί”, θέλω
Να φωνάξω. Γιατί;
Ψάρια μαγειρεύει η
Γειτόνισσα. Ντομάτα
Η αίμα ματώνει τα χέρια της;
Χαμένες πατρίδες οι τοίχοι
Γύρω μου. Σας βολευει
Να μιλώ μόνο εγώ, ε,
Γνωρίζω την κάθε σου συνήθεια
-σαν ντελάλης τα ώριμα
Καρπούζια του. Πρωί. κι ο ήλιος
Ξερνά χολή, χρυσάφι, σμύρνα
Στα χέρια μου. Πάνω στους
Λαθρομετανάστες, σ’ εμενα,
Στις φλέβες, στο αίμα, στα ψάρια.
Αίμα. Ίσως σε φαντάστηκα.
Τα ψάρια υπάρχουν, οπως κι εγώ.
Θα φύγουν οι μετανάστες,
Το καρπούζι ξανά θα φυτρώσει.
Ως μόνη αλήθεια
Κρατώ το ψέμα σου. Σωπαίνω
Και είναι τόσο πρωί
Στις συνήθειες σου