Απώλεια

Γεύση στυφή στο στόμα μου.
δεν έχω άλλο δρόμο, παρά
να απομονωθώ στη φυλακή
του κόσμου. Το πλοίο
ακυβέρνητο, πυξίδα δεν
υπάρχει, μονάχα μπεζ

αδιάβροχα και κόκκινες
ομπρέλες. Στη φυλακή των
αστεριών και σε βυζαντινές
εικόνες, σκλαβώθηκαν τα
όνειρα, μαζί και οι Κυριακές
μου. Σαν θόρυβος ηχεί ξανά
όλη η συννεφιά μου –δεν θα
υπάρξει πια καμιά σκιά,
εικόνα στον καθρέφτη.

Δεν θέλω άλλους εραστές, να
κείτονται μπροστά μου (ούτε
εγώ να μεριμνώ, τη ζοφερή
σας μοίρα).

Γεύση στυφή στο στόμα μου.
Λάμπεις και είναι Μάρτης,
κοντά στην ακροθαλασσιά.

Μαζί με τους ζητιάνους.